Το «Aktaion Classic» αποτελεί συνώνυμο της φινέτσας, της σύγχρονης πολυτέλειας και της υψηλής γαστρονομίας, σε έναν χώρο με μακραίωνη ιστορία, που βρίσκεται στην καρδιά της Ρόδου και στεγάζεται στο πλέον εμβληματικό κτήριο της πόλης, όπου και υποδέχεται τους φανατικούς θαμώνες του προσφέροντάς τους αξεπέραστες γευστικές εμπειρίες, από το πρωί έως αργά το βράδυ.

Από την απελευθέρωση του 1948 και μετά όλες οι ομιλίες των πολιτικών, πλήθος λογοτεχνικών, αθλητικών και κοινωνικών εκδηλώσεων, φιλοξενηθήκαν στο ιστορικό αυτό κτήριο της Ρόδου, με την υπερεκατονταετή ιστορία του. Ο ίδιος ο Νικόλαος Πλαστήρας μίλησε από τον εξώστη του, ενώ οι Ροδίτες πίνουν τον καφέ τους στο αγαπημένο τους στέκι, με τα διπλανά τραπέζια να καταλαμβάνονται από διασημότητες όπως η Βουγιουκλάκη, η Λάσκαρη, η Βλαχοπούλου, η Καραγιάννη, ο Κωνσταντάρας, ο Ηλιόπουλος, ο Μπάρκουλης, ο Βουτσάς, ο Παπαγιανόπουλος, ο Αλεξανδράκης και τόσοι άλλοι που επέλεξαν την ηλιοφίλητη Ρόδο για τα γυρίσματα των ταινιών τους, μεγάλων αστέρων του Hollywood μη εξαιρουμένων.

Βεβαίως, δεν πρέπει να παραλείψουμε να τονίσουμε ότι κάθε Κυριακή απόγευμα σε αυτό ακριβώς το σημείο πραγματοποιούνταν το Νυφοπάζαρο της Ρόδου, με χιλιάδες νέους και νέες, αλλά και παιδιά, γέροντες και οικογένειες να κάνουν τον περίπατό τους απολαμβάνοντας ένα παγωτό ή το περίφημο μαλλί της γριάς.

Σήμερα, το «Αktaion Classic – All day bar & restaurant» αποτελεί τον απόλυτο προορισμό κι ένα από τα πιο δημοφιλή σημεία συνάντησης στην πόλη της Ρόδου. Ο chef του καταστήματος Κώστας Χαλιμούρδας μας μιλά για το όραμά του για τον χώρο, στη ενδιαφέρουσα συνέντευξη που μας παραχώρησε.

Μιλήστε μας, chef, για την έως τώρα πορεία σας.
Έχω ξεκινήσει την καριέρα μου από το 2004. Αποφάσισα να σπουδάσω μαγειρική, διότι ήταν chef και ο πατέρας μου και από εκεί πήρα το μικρόβιο. Από 16 ετών είμαι μέσα στις κουζίνες, βοηθούσα τον πατέρα μου και συγχρόνως μάθαινα κάποια πράγματα, ενώ αργότερα πήγα για σπουδές στην Αθήνα, στη σχολή Le Monde. Έμεινα εκεί για 6-7 χρόνια δουλεύοντας σε διάφορα μαγαζιά. Μετά επέστρεψα στη Ρόδο, όπου δούλεψα σε εστιατόρια και ξενοδοχεία, πριν συνεχίσω την πορεία μου στο «Ακταίον» τα δύο τελευταία χρόνια. Η καταγωγή μου είναι από την Καρδίτσα, είμαι όμως γεννημένος και μεγαλωμένος στη Ρόδο. Η φιλοσοφία μου είναι «όσο πιο απλό τόσο πιο καλό», δηλαδή δεν μου αρέσουν οι πολλές φανφάρες, τα χαβιάρια και άλλα τέτοια. Αυτά τα χρησιμοποιούν άνθρωποι που δεν έχουν τις κατάλληλες γνώσεις, οι οποίοι κάνουν τελικά κακό στην κουζίνα. Βλέπω να βγαίνουν από τις Σχολές γνωρίζοντας πώς να κάνουν ένα χαβιάρι πέστροφας, αλλά όχι έναν μουσακά. Αυτές οι τεχνικές εφαρμόζονται από ανθρώπους που δεν έχουν την κατάλληλη γνώση, έτσι το αποτέλεσμα είναι κακό, κατάλληλο μόνο για ένα Instagram, μια φωτογραφία, ένα εφέ. Στην πραγματικότητα η γεύση είναι πολύ κακή, οπότε θα προτιμούσα να δίνουν βάση στην παράδοση και αργότερα, εξελισσόμενοι, να προχωρούν και σε νέες τεχνικές.

Με ποια κριτήρια δημιουργήσατε το menu στο «Ακταίον«;
Η επιλογή του menu έγινε έτσι ώστε να μπορεί να ικανοποιήσει από ένα παιδάκι μέχρι και έναν ηλικιωμένο, από το πρωί μέχρι και αργά τη νύχτα. Πρόκειται για ένα all day μαγαζί που απευθύνεται σε όλες τις ηλικίες, για φαγητό, γλυκό, ποτό, καφέ. Οπότε προσπαθήσαμε να δημιουργήσουμε ένα menu με 6-7 προτάσεις, σε κάθε κατηγορία, που να απευθύνονται σε όλο το κοινό. Μπορεί να έρθει ο οποιοδήποτε εδώ να φάει, να πιεί, να απολαύσει ένα γλυκό ή ένα παγωτό. Βασική επιλογή των επισκεπτών μας είναι τα πιάτα του brunch, από τις 11.00 το πρωί ως τις 15.00 το μεσημέρι. Έχουμε δώσει έμφαση στο αυγό και τα αλλαντικά. Αυτή είναι η πλέον σύγχρονη τάση. Υπάρχουν, επίσης, κρεατικά, μακαρονάδες και σαλάτες. Είναι τόσο μεγάλος ο κατάλογος, που δεν υπάρχει λόγος να εξειδικεύσουμε περισσότερο.

Ποια είναι τα προϊόντα που αγαπάτε να αξιοποιείτε στην κουζίνα σας;
Όλα ξεκινούν από την πρώτη ύλη, αν η πρώτη ύλη δεν είναι καλή δεν θα έχεις καλό αποτέλεσμα. Από κει και πέρα υπάρχει και η γνώση του φαγητού, πώς δηλαδή συνδυάζεις τις γεύσεις, τις τεχνικές. Στο «Ακταίον«, λόγω του menu και των συνθηκών, δεν υπάρχει η τοπική γαστρονομία. Στη Ρόδο όμως υπάρχει και πρωτογενής τομέας και παραδοσιακή κουζίνα, που βασίζεται στα τυροκομικά, τις πίτες και τα ζυμαρικά. Τα λαχανικά που χρησιμοποιούμε στην κουζίνα μας είναι ντόπια, εκτός από τον χειμώνα που τα φέρνουμε από αλλού. Το καλοκαίρι όμως θα πάρουμε, για παράδειγμα, ντομάτα από τη Ρόδο και την Κω, επίσης τα κρέατα και τα ψάρια είναι όλα ντόπια. Ό,τι μπορούμε να κάνουμε για να στηρίξουμε την τοπική αγορά το κάνουμε. Το menu το αλλάζουμε δύο φορές το χρόνο, ένα για το χειμώνα, που απευθύνεται στους Ροδίτες και ένα το καλοκαίρι, κυρίως για τους επισκέπτες. Πιστεύω ότι ο Έλληνας είναι πολύ πίσω γαστρονομικά, οπότε θα ήταν λίγο επικίνδυνο να κάνουμε πειραματισμούς.

Το δυνατό μου κομμάτι είναι τα ζυμαρικά, είναι κάτι που μου αρέσει και ασχολούμαι πολύ. Πρότυπό μου, άλλωστε, είναι ο chef Botrini, διότι είμαι λάτρης της ιταλικής γαστρονομίας. Aπό κει και πέρα νομίζω ότι είμαι καλός στον συνδυασμό γεύσεων, στη σύνθεση ενός menu και στη λειτουργία του. Στόχος μου είναι να ανοίξω κάποια στιγμή ένα δικό μου μαγαζί, βασισμένο στην ιταλική κουζίνα.
Σας ευχαριστούμε θερμά, chef, για την ενδιαφέρουσα αυτή συζήτηση.

Copyright ©Katerina Marinaki. All Rights Reserverd. ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση ή η αναπαραγωγή -ολική, μερική ή περιληπτική- του περιεχομένου του παρόντος web site με οποιονδήποτε τρόπο, χωρίς προηγούμενη γραπτή άδεια της κατόχου του Κατερίνας Μαρινάκη. Νόμος 2121/1993 και κανόνες Διεθνούς Δικαίου που ισχύουν στην Ελλάδα.
Σχολιάστε