Η «Χρυσή Πόλη», όπως συχνά αποκαλείται η Πράγα, θεωρείται -και είναι- μία από τις πιο όμορφες πόλεις στον κόσμο, μια πόλη-ύμνος του γοτθικού και μπαρόκ στυλ, με πλούσια πολιτιστική κληρονομιά και εξαιρετικά ενδιαφέρουσα ιστορία, η οποία αντικατοπτρίζεται ανεξίτηλα στην κουκλίστικη Παλιά Πόλη και το επιβλητικό Κάστρο της, που καθρεφτίζεται στα νερά του Μολδάβα. Συγχρόνως μια ρομαντική πόλη, με μια αύρα μαγική και ονειρική ταυτόχρονα, που αβίαστα σε ταξιδεύει πίσω στο χρόνο, προσελκύοντας επισκέπτες από κάθε γωνιά του πλανήτη, οι οποίοι καταφθάνουν εδώ προκειμένου να ζήσουν αυτό ακριβώς το συναίσθημα.

Η Πράγα, εκτός από πρωτεύουσα της Τσεχικής Δημοκρατίας είναι και πρωτεύουσα της Βοημίας, που αποτελεί το δυτικό κομμάτι της χώρας και διαχωρίζεται από τη Μοραβία, το ανατολικό τμήμα της Τσεχίας, μέσω της λεκάνης απορροής των ποταμών Έλβα και Δούναβη. Η Βοημία, με έκταση 52.065 τ.χλμ. και περίπου 6,5 εκατομμύρια, από τα συνολικά 10,5 των κατοίκων της Τσεχίας, συνορεύει νότια με την Αυστρία, δυτικά με τη Βαυαρία της Γερμανίας, βόρεια με τη Γερμανία και την Πολωνία και ανατολικά με τη Μοραβία. Στην Τσεχική γλώσσα, τα επίθετα που αναφέρονται στη Βοημία και την Τσεχία είναι ακριβώς τα ίδια, όπως για παράδειγμα το επίθετο český, που σημαίνει τσεχικός, αλλά και βοημικός, πράγμα που οφείλεται στο γεγονός ότι ιστορικά η πλειοψηφία των κατοίκων της Βοημίας ήταν Τσέχοι, με εξαίρεση μόνο μίας μειονότητας Γερμανών.

Η Βοημία αποτελεί παράλληλα μία από τις εμβληματικότερες περιοχές παγκοσμίως στην κατασκευή γυαλιού, εκ των αρχαιότερων βιομηχανιών στην Τσεχική Δημοκρατία, γνωστή σε όλο τον κόσμο για περισσότερα από 600 χρόνια. Για πρώτη φορά στα ιστορικά χρονικά αναφέρονται φυσητήρες γυαλιού από τη Βοημία στα μέσα του 13ου αιώνα, ενώ μετά από 3 αιώνες, ο αριθμός των τσεχικών εργαστηρίων γυαλιού έφτασε τις εκατοντάδες. Τον 18ο αιώνα, η παραγωγή γυαλιού στην Τσεχική Δημοκρατία βρισκόταν στο απόγειο της ανάπτυξής της και τα ακριβά γυάλινα σκεύη της Βοημίας κοσμούσαν πολλά από τα ευρωπαϊκά παλάτια. Έως και σήμερα, οι παραδόσεις αιώνων ακολουθούνται ευλαβικά από τους σύγχρονους τεχνίτες και πολλές διαδικασίες στην αλυσίδα παραγωγής του γυαλιού γίνονται με το χέρι, χρησιμοποιώντας παλιές μεθόδους κατά την παραγωγή, δεκάδων εκατομμυρίων προϊόντων κρυστάλλου και γυαλιού ετησίως, με μοντέρνα σχέδια. Τα τσεχικά γυάλινα σκεύη, που κατασκευάστηκαν τον 19ο αιώνα, δεν χάνουν τη δημοτικότητά τους και πολλά εξ αυτών φυλάσσονται σε Μουσεία ή πωλούνται σε δημοπρασίες έναντι υψηλών χρηματικών ποσών.

Οι φωτογραφίες που πλαισιώνουν το τμήμα του άρθρου που αφορά στην ιστορία του γυαλιού στην Τσεχία, προέρχονται από την έκθεση «Pleiad of Glass 1946 – 2019», που παρουσιάζει ένα μέρος της παγκοσμίου φήμης συλλογής γυαλιού του Μουσείου Διακοσμητικών Τεχνών της Πράγας, το λεγόμενο πρωτότυπο (original) γυαλί.

Η Ιστορία της παραγωγής γυαλιού στην Τσεχία
Η υαλουργία έχει βαθιές ρίζες στην παράδοση της Τσεχίας, όπως προαναφέραμε, γεγονός που οφείλεται αφενός μεν στις ευνοϊκές φυσικές συνθήκες, που εξασφάλιζαν σχεδόν όλα τα απαραίτητα για την παραγωγή του γυαλιού, αφετέρου δε στη δεξιοτεχνία και εργατικότητα των Τσέχων υαλουργών, που έδωσαν στο τσεχικό γυαλί εξαιρετικές ιδιότητες, καθιστώντας το προϊόν παγκοσμίου φήμης. Σύμφωνα με ιστορικά στοιχεία, το γυαλί παρήχθη στη Βοημία από το δεύτερο μισό του 13ου αιώνα και η παραγωγή του συγκεντρώθηκε κυρίως σε δασικές περιοχές, καθώς απαιτούνταν μεγάλες ποσότητες καυσίμων για την τήξη του.
Ωστόσο, ήδη από τον 8ο αιώνα και μετά, οι κάτοικοι των λόφων της Βοημίας και της Μοραβίας προσπάθησαν να παράγουν μικρά κοσμήματα και αγγεία, πρωτόγονα στην αρχή, που βελτιώθηκαν όμως με το πέρασμα του χρόνου. Κατά τον 13ο αιώνα, Γερμανοί αποικιστές άρχισαν να φτάνουν στο Βασίλειο της Βοημίας, συνεισφέροντας τις γνώσεις τους για την υαλουργία και ιδρύοντας πολλά νέα χυτήρια στα παραμεθόρια δάση.

Η περίοδος της Αναγέννησης έφερε μια σειρά από επαναστατικές αλλαγές, ενώ κατά τη διάρκεια της βασιλείας των Αψβούργων, η Βοημία άνοιξε ξανά στη νότια και δυτική Ευρώπη, γεγονός που ενθάρρυνε μια ζωηρή εμπορική και πολιτιστική ανταλλαγή. Έμπειροι υαλουργοί από τη Σαξονία προσκλήθηκαν να δημιουργήσουν νέα υαλουργεία στα βουνά Lusatian και Jizera, στη Νότια Βοημία, αργότερα δε και στη Μοραβία, ειδικά στα όρη Jeseníky. Σημαντικοί Τσέχοι υαλουργοί προσπάθησαν να μιμηθούν τη δουλειά κορυφαίων Ενετών συναδέλφων τους, ενώ το απόγειο στην παραγωγή αναγεννησιακού γυαλιού στη Βοημία, σημειώθηκε κατά τη διάρκεια της βασιλείας του αυτοκράτορα Ροδόλφου Β’ (1575-1608/1611), όταν η διακόσμηση του γυαλιού με ζωγραφική τελειοποιήθηκε και ο ταλαντούχος χαράκτης Caspar Lehmann, που εργάστηκε στην αυλή του Μονάρχη, έθεσε τα θεμέλια για τη μετέπειτα τσεχική παράδοση της χαρακτικής σε γυαλί, καθώς το 1609 έλαβε αποκλειστικό προνόμιο από τον Αυτοκράτορα, για τη χάραξη του γυαλιού.

Το τσεχικό χαραγμένο γυαλί έφτασε στο απόγειο της δημοτικότητάς του μεταξύ 1720 και 1750, όταν κυριάρχησε ουσιαστικά στο μεγαλύτερο μέρος της παγκόσμιας αγοράς, σε ό,τι αφορούσε στα πολυτελή ποτήρια ποτού. Το χαραγμένο και κομμένο γυαλί παρήχθη σε αφθονία στη Βοημία μέχρι και τα μέσα του 18ου αιώνα, όταν το ενδιαφέρον για το είδος αυτό μειώθηκε, καθώς άλλες μορφές διακόσμησης έγιναν δημοφιλείς, όπως για παράδειγμα η επιχρύσωση στην επιφάνεια του γυαλιού, η οποία συνδυάστηκε και με άλλες διακοσμητικές τεχνικές. Ο Τριακονταετής Πόλεμος επέφερε σοβαρό πλήγμα στην τσεχική υαλουργία και χρειάστηκαν αρκετές ακόμη δεκαετίες, μετά το τέλος του πολέμου, το 1648, προκειμένου να επιστρέψει η παραγωγή γυαλιού στο προηγούμενο επίπεδό της. Πολύ καλύτερη απόδοση επιτεύχθηκε από γυάλινους φούρνους με εσωτερική σχάρα, που εξαπλώθηκαν στη Βοημία κατά τον 16ο και 17ο αιώνα, όταν αυξήθηκε η ζήτηση για γυαλί. Κατά τον 19ο αιώνα, η απόδοση της εργασίας αυξήθηκε με την εισαγωγή γεννητριών, που θέρμαιναν τον κλίβανο και επέτρεπαν την ταχύτερη τήξη του γυαλιού. Η βιομηχανική καινοτομία συνέχισε να εξαπλώνεται και κατά τον 20ό αιώνα, αλλά η παραγωγή βιοτεχνικού και καλλιτεχνικού γυαλιού απαιτούσε ακόμη υψηλό βαθμό χειρωνακτικής εργασίας και υαλουργικής ικανότητας.

Το γυαλί εμφανιζόταν κυρίως στους εσωτερικούς χώρους των Κάστρων, από την αρχή της κατασκευής αυτού του τύπου κατοικιών, τον 16ο αιώνα, τόσο σε χρηστικές όσο και σε καλλιτεχνικές μορφές. Ακόμη και η βασική επίπλωση των μεγαλοπρεπών αυτών οικοδομημάτων απαιτούσε τζάμια για παράθυρα, πολυτελή φωτιστικά, που κυριαρχούσαν στους εντυπωσιακούς εσωτερικούς χώρους τους, καθρέφτες βενετσιάνικου τύπου, αποκλειστικά γυάλινους ή και τοποθετημένους σε ξύλινα πλαίσια, επιχρυσωμένα και πλούσια σκαλισμένα. Η αριστοκρατική κοινωνία αγαπούσε να αποκτά πολυτελώς διακοσμημένα τραπέζια και διακοσμητικά αντικείμενα από γυαλί, των οποίων οι επιφάνειες ήταν διακοσμημένες με σμάλτο και κομμάτια διαφορετικών χρωμάτων γυαλιού, από αποχρώσεις του κίτρινου έως κόκκινο, ροζ, πράσινο, μπλε και μαύρο.

Η φήμη του τσεχικού κρυστάλλου αυξήθηκε γρήγορα, καθώς οι έμποροι πραγματοποιούσαν μεγαλύτερες και πιο τολμηρές εμπορικές αποστολές πέρα από τα σύνορα του Τσεχικού Βασιλείου. Στις αρχές του 18ου αιώνα, το γυαλί Βοημίας κατέστη τόσο δημοφιλές ανά την Ευρώπη, ώστε άρχισε να εκτοπίζει και αυτούς ακόμα τους Βενετούς κατασκευαστές, οι οποίοι μάλιστα έψαχναν τρόπους να μιμηθούν προϊόντα «τσεχικού στυλ», ενώ εκδόθηκαν και Διπλώματα Ευρεσιτεχνίας, που καταργούσαν τις περιπλανήσεις των τεχνιτών και τους απαγόρευαν να φύγουν από τη Βοημία. Στο δεύτερο μισό του 18ου αιώνα, η χρυσή εποχή του κρυστάλλου της Βοημίας άρχισε να παρακμάζει κάπως. Οι πωλήσεις μειώθηκαν λόγω της αλλαγής των προτιμήσεων των πελατών, των ακριβών πρώτων υλών και των πολυάριθμων πολέμων, το τέλος των οποίων, το 1815, επέφερε αλλαγές προς το καλύτερο. Το στυλ Biedermeier, με νέα χρώματα και ευφάνταστα σχήματα, εξαπλώθηκε από τη Βιέννη. Τα γυάλινα σκεύη δεν αποτελούσαν πλέον μόνο κτήμα των Μοναρχών, των ευγενών και των πλουσίων αστών, αλλά ήταν συνηθισμένα και μεταξύ ευρύτερων τάξεων. Οι τεχνολόγοι βρήκαν νέες μεθόδους για τον χρωματισμό του γυαλιού -παρήχθη για παράδειγμα αδιαφανές μαύρο και κόκκινο γυαλί, γυαλί που μιμείται τους ημιπολύτιμους λίθους- και πολλές ακόμα καινοτομίες, που εξασφάλισαν σταδιακά στην τσεχική υαλουργία μία ηγετική θέση μεταξύ των παγκόσμιων παραγωγών.

Στις αρχές του 19ου αιώνα, η τσεχική βιομηχανία γυαλιού πέρασε μια σύντομη κρίση, αλλά αυτό τελικά απλώς προανήγγειλε την επακόλουθη άνθηση της βιομηχανίας, κατά τις δεκαετίες του 1830 και του 1840, όταν και μεσουρανούσαν κυρίως τσεχικά προϊόντα έγχρωμου γυαλιού, ενώ παράλληλα αυξήθηκε το μερίδιο του βιομηχανικού και χρηστικού γυαλιού, αλλά και η παραγωγή γυάλινων κοσμημάτων και χαντρών. Η περίοδος μετά το 1850 χαρακτηρίστηκε από μια ολόκληρη σειρά καλλιτεχνικών τάσεων, κοινός παρονομαστής των οποίων υπήρξε η επιστροφή στα στυλ του παρελθόντος, όπως το ροκοκό, το νεογοτθικό, το νεοαναγεννησιακό και το νεομπαρόκ. Τα χαλυβουργεία στη Βοημία και τη Μοραβία ανταποκρίθηκαν επιδέξια στις μεταβαλλόμενες προτιμήσεις και μπόρεσαν να ανταποκριθούν στον ανταγωνισμό από τη Δυτική Ευρώπη, ενώ παράλληλα τα προϊόντα τους διατήρησαν το υψηλό επίπεδο ποιότητάς τους, όπως αποδεικνύεται από τα πολυάριθμα βραβεία που κέρδισαν σε παγκόσμιες εκθέσεις, στην Ευρώπη και τις Η.Π.Α.

Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος (1914-1918), προκάλεσε μεγάλες απώλειες στη βιομηχανία γυαλιού. Πολλοί υαλουργοί επιστρατεύτηκαν, υπήρξε έλλειψη πρώτων υλών, αποτράπηκαν οι εξαγωγές στο εξωτερικό και πολλά υαλουργεία έπρεπε να κλείσουν. Ένα από τα λίγα κίνητρα για την παραγωγή ήταν οι στρατιωτικές παραγγελίες, που απαιτούσαν γυαλί για πολεμικό εξοπλισμό. Όταν τελείωσε ο «Μεγάλος Πόλεμος» και η Δημοκρατία της Τσεχοσλοβακίας κέρδισε την ανεξαρτησία της, κληρονόμησε περισσότερο από το 90% της βιομηχανίας γυαλιού της πρώην Αυστροουγγρικής Αυτοκρατορίας. Οι εμπορικές επαφές αποκαταστάθηκαν και τα υαλουργεία στη συνοριακή περιοχή επέστρεψαν στη θέση τους, ως παγκόσμιοι εξαγωγείς γυαλιού. Καθώς αυτές ήταν κυρίως γερμανόφωνες περιοχές, το τσεχοσλοβακικό κράτος προσπάθησε να υποστηρίξει την εγκατάσταση της υαλουργίας και στις καθαρά τσεχικές περιοχές. Η πιο σημαντική εκδήλωση αυτής της προσπάθειας ήταν η ίδρυση Σχολής Γυαλιού στο Železný Brod, το 1920. Η απώλεια της συνοριακής περιοχής το 1938 διέλυσε κυριολεκτικά τις παραδοσιακές περιοχές υαλουργίας. Ήδη το 1945, λίγους μήνες μετά το τέλος του πολέμου, η βιομηχανία γυαλιού κρατικοποιήθηκε. Οι Τσέχοι υαλουργοί απέκτησαν νέα φήμη στην EXPO του 1958, στις Βρυξέλλες. Έκτοτε, το γυαλί προωθείται ως χαρακτηριστικό εξαγωγικό είδος που αντιπροσωπεύει την Τσεχοσλοβακία τόσο στο Ανατολικό Μπλοκ όσο και στο δυτικό κόσμο.
Η περίοδος μετά το 1989 έφερε σημαντικές αλλαγές, καθώς οι μεγάλες κρατικές επιχειρήσεις μετατράπηκαν, μέσα από ένα κύμα ιδιωτικοποιήσεων, σε νέες εταιρείες, περισσότερο ή λιγότερο επιτυχημένες, πολλές από τις οποίες κατάφεραν να αποκτήσουν ευρωπαϊκή, ακόμη δε και παγκόσμια φήμη.

Σήμερα, η βιομηχανία γυαλιού είναι συγκεντρωμένη κυρίως στη βόρεια και βορειοδυτική Βοημία, ωστόσο, εγκαταστάσεις παραγωγής γυαλιού εντοπίζονται επίσης στις περιοχές του Κάρλοβι Βάρι, του Πλζεν και της Κεντρικής Βοημίας, στην περιοχή Vysočina και στη Βόρεια και Νότια Μοραβία. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η παραγωγή ινών γυαλιού, στην περιοχή Pardubice. Ο μεγαλύτερος όγκος παραγωγής της Τσεχικής Δημοκρατίας αφορά στο επίπεδο γυαλί, για τις βιομηχανίες κατασκευών και μεταφορών, ακολουθούμενο από γυαλί συσκευασίας, για τις βιομηχανίες τροφίμων και χημικών, ενώ σημαντικό μερίδιο κατέχει, επίσης, το ειδικό τεχνικό γυαλί, για οπτικά ακριβείας ή εργαστηριακή τεχνολογία, αλλά και το διακοσμητικό γυαλί και τα μοντέρνα φωτιστικά.
LASVIT, ηγέτιδα στο παγκόσμιο υαλουργικό στερέωμα

Η Lasvit είναι ένας εμβληματικός Βοημικός οίκος σχεδιασμού και παραγωγής μοναδικών εγκαταστάσεων φωτισμού από γυαλί, συλλογών φωτιστικών και γυάλινων αντικειμένων, καθώς και βιοτεχνικού γυαλιού για την αρχιτεκτονική, που οδηγεί στο μέλλον την εμπειρία και δεξιοτεχνία χιλίων ετών υαλουργίας, που παραμένουν ακόμα ζωντανά στους λόφους και τα βουνά της Βόρειας Βοημίας. Τα 12 ατελιέ της σε όλο τον κόσμο, παρέχουν στους πελάτες της υποστήριξη και κατανόηση της τοπικής κουλτούρας, αξιοποιώντας παράλληλα την τεχνογνωσία μιας παγκόσμιας ομάδας, με αποτέλεσμα πάνω από 3000 προσαρμοσμένες εγκαταστάσεις σε όλο τον κόσμο, στα πλέον εμβληματικά Πολιτιστικά Ιδρύματα, καταστήματα, ξενοδοχεία, ιδιωτικές κατοικίες και δημόσιους χώρους. Πάγιες αξίες της Lasvit αποτελούν η Αγάπη, ως θεμέλιο κάθε υπέροχου σχεδιασμού της, η Έμπνευση, που τροφοδοτεί τη δημιουργική σπίθα των ανθρώπων της και η Υπευθυνότητα, με ζητούμενο τον θετικό αντίκτυπο στον κόσμο. Οι φωτογραφίες που ακολουθούν προέρχονται από τις συλλογές που φιλοξενούνται στα Γραφεία της Lasvit, στην Πράγα.

Η Lasvit, με επικεφαλής τον ιδρυτή και Διευθύνοντα Σύμβουλό της Leon Jakimic, διαθέτει πέντε Κέντρα Καινοτομίας, που περιλαμβάνουν τη Lasvit Contemporary, τη Lasvit Architectural Glass, τη Lasvit Home Collection, τη Lasvit Classic και τη Lasvit Glassware.

Στην Lasvit το γυαλί αντιμετωπίζεται ως παιδική χαρά για πειραματισμό και οι υαλουργοί ως αληθινοί καλλιτέχνες, οι οποίοι σε συνεργασία με την ομάδα σχεδιασμού, με επικεφαλής τον βραβευμένο Maxim Velčovský, εμπλουτίζουν τη χειροτεχνική τους αριστεία με καινοτόμες ιδέες και τεχνολογία αιχμής. Ο Maxim Velčovský, Καλλιτεχνικός Διευθυντής της Lasvit από το 2011, έχει συμμετάσχει σε περισσότερες από 90 ομαδικές εκθέσεις και τα έργα του περιλαμβάνονται στις συλλογές του Victoria & Albert Museum στο Λονδίνο και στο Design Museum της Λωζάνης, ενώ έχει επίσης αναδειχθεί ως ο «Καλλιτεχνικός Διευθυντής της Χρονιάς», από το περιοδικό Interior Design.



Η ομάδα των εξειδικευμένων μηχανικών της Lasvit κάνει πραγματικά μαγικά με το φως, προκαλώντας συνεχώς τα όρια της τέχνης του γυαλιού, καθώς οι δημιουργίες τους μπορούν να κινούνται, να φωτίζουν με ήχο ή μουσική, να αλλάζουν χρώματα ή να προσθέτουν δυναμικά μοτίβα φωτός.
Στα Κεντρικά Γραφεία της Lasvit, στο Nový Bor της Βόρειας Βοημίας

Πριν από δύο εκατοντάδες χρόνια, τα δύο ξύλινα σπίτια στην πλατεία Palackého, στο Nový Bor της Βόρειας Βοημίας, αποτελούσαν κατοικίες των Βοημών τεχνιτών γυαλιού. Η Lasvit ανακαίνισε τα ιστορικά αυτά κτήρια και το 2019 εγκατέστησε εκεί την κυρίως έδρα της. Ολόκληρο το συγκρότημα συνδυάζει την παράδοση με μοναδικά στοιχεία σύγχρονης αρχιτεκτονικής, έχοντας αποσπάσει -δικαίως- πάμπολλα αρχιτεκτονικά βραβεία.






Έργα της Lasvit είναι διασκορπισμένα σε όλο τον κόσμο από το Λονδίνο, το Παρίσι και την Πράγα, ως τη Μόσχα, το Λος Άντζελες, το Χονγκ Κονγκ και τη Σιγκαπούρη. Τα σχέδια ποικίλουν από γλυπτά σε γυαλί για ιδιωτικές κατοικίες, έως μεγάλης κλίμακας εγκαταστάσεις για δημόσιους, κυρίως, χώρους. Η Lasvit συνεργάζεται στενά με αρχιτέκτονες και σχεδιαστές, βοηθώντας τους πελάτες της να υλοποιήσουν το όραμά τους.
Στο Εργοστάσιο της Ajeto Glassworks


Η θεμελιώδης δημιουργική προσέγγιση της Lasvit βασίζεται στην εμπειρία των υαλουργείων Chřibská 1414, της παλαιότερης υαλουργίας στην Ευρώπη, και της Ajeto Glassworks, που φημίζεται για την αναμόρφωση των κανόνων υαλουργίας, ενώ ταυτόχρονα συνεχίζει την παράδοση του γυαλιού της Βοημίας, που διατηρήθηκε από γενιές τεχνιτών και τώρα περιλαμβάνεται στον Κατάλογο Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της UNESCO.

Η Ajeto Glassworks ιδρύθηκε στις 28 Οκτωβρίου 1994 στην πόλη Lindava, κοντά στο Nový Bor, τον παραδοσιακό κόμβο παραγωγής γυαλιού της Βοημίας. Μεταξύ των αρχικών ιδρυτών του υαλουργείου ήταν ο διάσημος Τσέχος αρχιτέκτονας Bořek Šípek, του οποίου το σχέδιο για τα τσεχικά θεατρικά βραβεία Thalia, συνεχίζει να παράγει η Ajeto ως σήμερα. Με την ίδια υπερηφάνεια, ήδη από το 2011, η υαλουργία παράγει, επίσης, τα τρόπαια για τον παγκοσμίου φήμης ποδηλατικό αγώνα Tour de France. Τα υαλουργεία της Ajeto, διόλου τυχαία, έχουν καταστεί χώρος που συγκεντρώνει Τσέχους και ξένους υαλουργούς, καλλιτέχνες, σχεδιαστές, αρχιτέκτονες, ηθοποιούς και κινηματογραφιστές.

Το 2017, η υαλουργία Ajeto έγινε μέρος της εταιρείας Lasvit και παράγει πλέον μεγάλο μέρος των προϊόντων της, ενώ παράλληλα εστιάζει στην παραγωγή προϊόντων από γυαλί κατά παραγγελία και επίσης ενοικιάζει μεγάλο μέρος της παραγωγικής της ικανότητας σε διάφορα studios σχεδιασμού, σχολεία ή άλλες εταιρείες.

Το γυαλί απαιτεί για την κατασκευή του το σωστό σύνολο πρώτων υλών, μεταξύ των οποίων η πυριτική άμμος (SiO2), οξείδιο του νατρίου (Na2O) από ανθρακικό νάτριο, οξείδιο του ασβεστίου (CaO) από ασβεστόλιθο/δολομίτη κ.άλ., συστατικά που αναμειγνύονται στη σωστή αναλογία και μεταφέρονται σε κλίβανο, που θερμαίνεται στους 1500 βαθμούς Κελσίου.













«Η Ταβέρνα των Υαλουργών» (The Glassmaker’s Tavern), στον χώρο της Υαλουργίας Ajeto, προσφέρει μία εξαιρετική γαστρονομική εμπειρία, με πιάτα της παραδοσιακής τσεχικής κουζίνας, παρασκευασμένα με αγάπη και τα καλύτερα τοπικά υλικά.

Μουσείο Γυαλιού και Κοσμήματος στο Jablonec nad Nisou
Το Μουσείο Γυαλιού και Κοσμήματος, στο Jablonec nad Nisou, είναι το μοναδικό στον κόσμο, που περιλαμβάνει ταυτόχρονα εκθέματα γυαλιού, αλλά και κοσμημάτων όλων των υλικών και τεχνολογιών. Εδώ, φιλοξενείται η δεύτερη μεγαλύτερη συλλογή γυαλιού στην Τσεχία και ταυτόχρονα μία από τις σημαντικότερες στην Ευρώπη και συγχρόνως η μεγαλύτερη δημόσια συλλογή γυάλινων χριστουγεννιάτικων διακοσμητικών στον κόσμο. Ολόκληρη η συλλογή του Μουσείου αποτελείται από 12 εκατομμύρια μοναδικά αντικείμενα!

Το υπέροχο αυτό art nouveau κτήριο -ένα από τα συνολικά 4 που χρησιμοποιεί το Μουσείο-, με στοιχεία φλοράλ, σχεδιάστηκε και κατασκευάστηκε μεταξύ 1903 και 1904, ανήκε δε αρχικά στην εξαγωγική εταιρεία Zimmer & Schmidt. Ο Emilian Herbig, ένας εξέχων αρχιτέκτονας από το Jablonec, ήταν υπεύθυνος για την επέκταση της δεξιάς πτέρυγας, μεταξύ 1922 και 1923. Πρόκειται για ένα εξαιρετικό δείγμα αρχιτεκτονικής Jablonec Art Nouveau, που ανακηρύχθηκε διατηρητέο κτήριο το 1958, υπέστη, ωστόσο, αρκετές δομικές αλλαγές τα επόμενα χρόνια.

Ο δεύτερος όροφος του κεντρικού κτηρίου του Μουσείου, έκτασης 380 τ.μ., χωρίζεται σε τέσσερις εκθεσιακές ενότητες, που διαδέχονται χρονικά η μία την άλλη, από την προϊστορία έως σήμερα και οι οποίες επιτρέπουν την παρουσίαση ενός αντικειμένου, καθώς και των ιστοριών που συνδέονται με αυτό.

Πρόκειται για έναν Μαγικό Κήπο, γιατί σε τελική ανάλυση, τι είναι ένα γυάλινο αντικείμενο, παρά ένα λουλούδι που φυτρώνει, μεταμορφώνεται σε μπουμπούκι και μετά ανθίζει με όλη του την ομορφιά, που είναι συγκεκριμένη για κάθε άνθος ξεχωριστά!

Η διάταξη του χώρου είναι, επίσης, παρόμοια με αυτήν ενός γαλλικού κήπου, ενώ το λυρικό στοιχείο της έκθεσης ενισχύεται από δείγματα γραφών ποιητών, που αποτελούν αναπόσπαστο και ισότιμο μέρος των κύριων πλαισίων πληροφοριών, καθώς και από σκηνογραφικά στοιχεία.

Από τη σκοπιά της ιστορίας της τέχνης, η έκθεση βασίζεται στην ιστορία ενός ταξιδιού από το ανώνυμο κύπελλο σε ένα πρωτότυπο και μοναδικό καλλιτεχνικό έργο και αναζητά απαντήσεις στα ερωτήματα για το πότε, πώς και γιατί προέκυψε αυτή η διαδικασία.



Σε ειδικούς χώρους παρουσιάζονται, επίσης, νομίσματα και μετάλλια, η συλλογή Waldes (καρφίτσες και κουμπιά από την προϊστορία έως τις αρχές του 20ού αιώνα), καθώς και διεθνείς εκθέσεις κοσμημάτων στο Jablonec nad Nisou.

Το Μουσείο έχει περάσει από πολλά στάδια κατά τη διάρκεια της ιστορίας του. Το 1949, με το νέο του όνομα, το Μουσείο Βιομηχανίας Τέχνης (Muzeum pro umělecký průmysl) μετακόμισε στον πρώην εξαγωγικό οίκο Zimmer & Schmidt στην οδό Jiráškova, τώρα οδό U Muzea, όπου παραμένει μέχρι σήμερα.

Κατά την περίοδο 1953-1961, το Μουσείο ενσωματώθηκε, ως παράρτημα, στο Εθνικό Τεχνικό Μουσείο στην Πράγα και το 1961 περιήλθε στη διοίκηση της Εθνικής Επιτροπής της Περιφέρειας στο Jablonec nad Nisou, με ειδίκευση στην ιστορία του γυαλιού και των κοσμημάτων κοστουμιών, πράγμα που αντικατοπτρίζεται και στο νέο όνομά του: Μουσείο Γυαλιού και Κοσμήματος.

Χρονιά-ορόσημο στην ιστορία του Μουσείου υπήρξε το 2003, όταν το Υπουργείο Πολιτισμού της Τσεχικής Δημοκρατίας το πήρε στους κόλπους του, ως μέρος της μεταρρύθμισης της δημόσιας διοίκησης. Στη συνέχεια και μετά την ολοκλήρωση εκτενών εργασιών ανακαίνισης, άνοιξε για το κοινό με τις εκθέσεις: The Magical World of Costume Jewellery (από το 2014 με τίτλο The Endless Story of Costume Jewellery) και The Enchanted Garden – Seven Centuries of Czech Glass.




Για αυτό το πολιτιστικό ταξίδι μας στη γοητευτική Τσεχία και τη Βοημία, ευχαριστούμε θερμά τα Τσεχικά Κέντρα (Czech Centres), έναν Οργανισμό του Υπουργείου Εξωτερικών της Τσεχικής Δημοκρατίας, δεδομένου ότι αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της τσεχικής εξωτερικής πολιτικής και βασικό εργαλείο πολιτιστικής διπλωματίας. Λειτουργούν στον τομέα της δημόσιας διπλωματίας, αποστολή της οποίας είναι να προωθεί και να υποστηρίζει την καλή φήμη της Τσεχίας στο εξωτερικό και να ενισχύει τις πολιτιστικές σχέσεις μεταξύ των χωρών. Τα Τσεχικά Κέντρα είναι ένα πολιτιστικό Ινστιτούτο που κατανοεί τον πολιτισμό με την ευρεία του έννοια, παρέχοντας επίσης μαθήματα τσεχικής γλώσσας στο εξωτερικό και συμμετέχοντας στη διοργάνωση πιστοποιημένων εξετάσεων γλώσσας. Τα Τσεχικά Κέντρα -υπάρχουν 28 υποκαταστήματα σε 4 ηπείρους, μεταξύ των οποίων και το Τσεχικό Κέντρο Αθήνας–, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του δικτύου EUNIC (The European Union National Institutes for Culture), από την ίδρυσή του το 2006. Ιδιαίτερες ευχαριστίες οφείλουμε, επίσης, προσωπικά στη Lucie Kuligová, τον άνθρωπο κλειδί του ταξιδιού μας και ψυχή του Τσεχικού Κέντρου Αθήνας, καθώς και στην Tamara Kafková, που πραγματικά έγινε η σκιά μας κατά τη διάρκεια της πενθήμερης παραμονής μας στην πανέμορφη Πράγα.
Copyright ©Katerina Marinaki. All Rights Reserverd. ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση ή η αναπαραγωγή -ολική, μερική ή περιληπτική- του περιεχομένου του παρόντος web site με οποιονδήποτε τρόπο, χωρίς προηγούμενη γραπτή άδεια της κατόχου του Κατερίνας Μαρινάκη. Νόμος 2121/1993 και κανόνες Διεθνούς Δικαίου που ισχύουν στην Ελλάδα.
Σχολιάστε