«Καμήλες» και άλλα αποκριάτικα έθιμα της Φολεγάνδρου


Το παρόν άρθρο αποτελεί την ομότιτλη ανακοίνωσή μου στο 7ο Συνέδριο Μεταπτυχιακών Φοιτητών και Υποψηφίων Διδακτόρων του Τμήματος Φιλολογίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (16-18 Μαΐου 2013), η οποία βρίσκεται δημοσιευμένη, από τον Ιανουάριο του 2015, στον Β΄ τόμο της ηλεκτρονικής έκδοσης των Πρακτικών του Συνεδρίου (σελ. 569). Μπορείτε να διαβάσετε ολόκληρο το δίτομο έργο εδώ.

Η Χώρα Φολεγάνδρου και ο εμβληματικός Ι.Ν. της Παναγίας, στην κορυφή του λόφου.

Εισαγωγή

Αποκριά ονομάζεται η περίοδος των τριών εβδομάδων πριν την έναρξη της Μεγάλης Σαρακοστής. Πρόκειται για το γνωστό Τριώδιο, γεμάτο γλέντια και ξεφαντώματα, που έχει ως σκοπό να χαλυβδώσει σωματικά και ψυχικά τους Χριστιανούς, προκειμένου να ανταπεξέλθουν στη μακρά νηστεία φαγητού και διασκέδασης, κατά τη διάρκεια των επτά εβδομάδων της Σαρακοστής. Ανάλογη με την ελληνική λέξη Αποκριά (αποχή από την κρεοφαγία) είναι και η λατινική λέξη Καρναβάλι (Carneval, Carnevale, από τις λέξεις carne=κρέας και vale=περνάει), αλλά και η κυπριακή λέξη Σήκωσες, σύμφωνα με τον Δημήτριο Λουκάτο. Η πρώτη εβδομάδα είναι η Προφωνή ή Απολυτή, γιατί προφωνούσαν (διαλαλούσαν) την αρχή της Αποκριάς, έτσι ώστε ο κάθε νοικοκύρης να φροντίσει για την επάρκεια των αγαθών του. Η βυζαντινή παροιμία συμβουλεύει: «προφωνούμαι σοι, πτωχέ, το σακίν σου πώλησον, την εορτήν διάβασον», ενώ η σύγχρονη ναξιώτικη παροιμία προτείνει κάτι πιο εύκολο: «προφωνεύγω σε, φτωχέ, κι αν δεν έχεις ν’ αγοράσεις κλέψε». Η ονομασία Απολυτή προέρχεται από την πίστη του λαού, ότι οι ψυχές των νεκρών απολύονται αυτές τις ημέρες και βγαίνουν στον Απάνω Κόσμο. Η δεύτερη και η τρίτη εβδομάδα ονοματοδοτούνται από το είδος των φαγητών, που επιτρέπεται να καταναλώνονται κατά τη διάρκειά τους, ονομαζόμενες αντίστοιχα Κρεατινή και Τυρινή. Η τελευταία ονομάζεται και Μακαρονού, επειδή τα μακαρόνια με το τυρί αποτελούν το κύριο γαστρονομικό χαρακτηριστικό της.

Οι ρίζες των σύγχρονων αποκριάτικων εθίμων

Παρ’ όλα αυτά οι Αποκριές δεν έχουν χριστιανική προέλευση, αφού οι ρίζες τους ανάγονται στις Διονυσιακές γιορτές των αρχαίων Ελλήνων, καθώς και στα Λουπερκάλια και τα Σατουρνάλια των Ρωμαίων. Οι σοφοί Πατέρες της εκκλησίας μας, μη μπορώντας να ξεκόψουν τους Χριστιανούς από τις ειδωλολατρικές τους συνήθειες, αποφάσισαν να συγκεντρώσουν στις τρεις αυτές εβδομάδες όλα τα έθιμα, που τελούνταν τέλος του χειμώνα με αρχές της άνοιξης, με σκοπό την καρποφορία της γης. Έτσι γεννήθηκαν οι Αποκριές. Ο Δημήτριος Λουκάτος στο βιβλίο του «Εισαγωγή στην Ελληνική Λαογραφία» αναφέρει: «Ισορροπήθηκε η γιορτή αυτή ανάμεσα στην Πρωτοχρονιά του Ιανουαρίου και την παλαιότερη του Μαρτίου». Πράγματι, η παγανιστική ελευθεριότητα της Αποκριάς ταυτίζεται με το Φλεβάρη, στις πιο παλιές ιστορικές πηγές που έχουν ανιχνευθεί. Αυτό το μήνα, τον Ανθεστηριώνα, όπως τον έλεγαν οι αρχαίοι Έλληνες, γιόρταζαν τα τριήμερα Ανθεστήρια, προς τιμήν του Διονύσου, του κατεξοχήν θεού του γλεντιού. Τα Ανθεστήρια γιορτάζονταν με πομπή, στην οποία οι συμμετέχοντες-ακόλουθοι του θεού, οι Σάτυροι, κρατούσαν άνθη, τραγουδούσαν και έκαναν περιπαικτικά και σατυρικά σχόλια, τα σκώμματα, φορώντας προσωπίδες. Αναλόγως γιόρταζαν οι Ρωμαίοι τα Σατουρνάλια, προς τιμήν του Κρόνου. Το 217 π.Χ. η γιορτή καθιερώθηκε ως επίσημη αργία, με δημόσια συμπόσια. Υπήρχε ο “βασιλιάς” των μεταμφιεσμένων, κάτι σαν τον σημερινό Καρνάβαλο, που έμπαινε στην κορυφή της πομπής των συμποσιαστών. Τέλος, οι Βυζαντινοί γλεντούσαν και μασκαρεύονταν στα Κούλουμα και στις Καλένδες, αντλώντας στοιχεία τόσο από τα Σατουρνάλια, όσο και από τα Λουπερκάλια, γιορτές προς τιμήν του Φαύνου, θεού-τράγου, προστάτη της γονιμότητας.

Θεωρητική τεκμηρίωση της σύγχρονης Αποκριάς

Η Λαογράφος – Εθνολόγος Μιράντα Τερζοπούλου γράφει: «Tα λατρευτικά έθιμα έχουν εκπληκτική μακροβιότητα. Mε θαυμαστή πολυμορφία και προσαρμοστικότητα περνούν ανά τους αιώνες από θρησκεία σε θρησκεία, κρατώντας στο βάθος αναλλοίωτο τον μαγικοθρησκευτικό τους πυρήνα, πίσω απ’ τον οποίο κρύβονται αρχέγονες δοξασίες και δεισιδαιμονίες, ανεξιχνίαστες για το νου του λαϊκού ανθρώπου, αλλά βαθιά ριζωμένες στην ψυχή και τη συνήθειά του. Aπό τις λατρευτικές εθιμικές τελετουργίες, πιο ανθεκτικές αποδείχθηκαν εκείνες που επιτελούνται στα επίφοβα γυρίσματα του κύκλου του χρόνου, στα κρίσιμα περάσματα του κύκλου του ανθρώπινου βίου. Kαι είναι φυσικό, αφού η απαράβατη τέλεσή τους αφορά την ίδια τη συνέχιση της ζωής, καθώς καλούνται μαγικά οι υπερφυσικές δυνάμεις, επουράνιες ή καταχθόνιες, να εξασφαλίσουν την υγεία, τη γονιμότητα και την αφθονία στους ανθρώπους, στη γη και στα ζωντανά, ενιαία και αδιαχώριστα, όπως ακριβώς ομοούσια τα αντιλαμβάνεται ο άνθρωπος των αγροτικών κοινωνιών». Ο Δημήτριος Λουκάτος ως κύρια στοιχεία της κοσμικής, όπως τη χαρακτηρίζει, Αποκριάς αναφέρει τα εξής: α) οι μεταμφιέσεις και παραστάσεις, που, όπως οι αρχαίες Διονυσιακές γορτές, έχουν σκοπό την βλάστηση και την καρποφορία, β) ο χορός, που τα κτυπήματά του στη γη έχουν επίσης καρποφοριακή σημασία, γ) τα φαγοπότια που αποτελούν ομοιοπαθητικές προσπάθειες για την ευφορία της γης, δ) η θύμηση των νεκρών (τρία Ψυχοσάββατα), που πρέπει να εξευμενισθούν για να δώσουν καρπό στη γη και να επιτρέψουν το ξεφάντωμα στους ζωντανούς και ε) οι φωτιές, που ανάβονται στα τρίστρατα διαφόρων τόπων, με καθαρτήριο και μεταβατικό χαρακτήρα, από την χειμερινή περίοδο στην ανοιξιάτικη.

Ο Καθηγητής Βάλτερ Πούχνερ υποστηρίζει ότι: «Το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμα της Αποκριάς είναι το μασκάρεμα και η μεταμφίεση. Πρόκειται για μια από τις πιο αρχαίες εκφάνσεις του ανθρώπινου πολιτισμού, που σημασιοδοτεί την αλλαγή της ταυτότητας. Το καρναβάλι είναι μια περίοδος ανατροπής των πάντων, απελευθέρωσης και εντατικοποίησης όλων των βιοτικών εκδηλώσεων. Δεν ισχύει η καθημερινή τάξη των πραγμάτων. Αυτή η φιλοσοφία του «ανάποδου» κόσμου εκφράζεται σε πολλές εκδηλώσεις, μεταξύ άλλων και στις μεταμφιέσεις. Πολλά στοιχεία του σημερινού ελληνικού καρναβαλιού προέρχονται από τις διαπομπεύσεις στο βυζαντινό ιπποδρόμιο: το μουντζούρωμα, η γαϊδουροκαβάλα με ίππευση ανάποδα πάνω σε ζώο ή «καμήλα», το κρέμασμα κουδουνιών, η μεταμφίεση σε γυναίκα, η ένδυση με κουρέλια, το πασάλειμμα με στάχτη, πίσσα και άλλα, βωμολοχίες και παντομιμικά υπονοούμενα, όλα αυτά ήταν ατιμωτικές πράξεις εις βάρος του καταδικασμένου που τον γύριζαν, πριν από την τιμωρία του, στο ιπποδρόμιο. Από μια άποψη, ήδη η εορταστική ενδυμασία είναι μια μεταμφίεση. Σε αντίστιξη με αυτή, της εξιδανικευμένης αυτοπαρουσίασης του φορέα, βρίσκεται η θηριομορφική μεταμφίεση, οι δαιμονικοί «αράπηδες»: πασαλείβονται με στάχτη και καπνιά, φοράνε μια προβιά ανάποδα ή ντύνονται με κουρέλια, κρεμάνε κουδούνια και πηγαίνουν έτσι από σπίτι σε σπίτι, τραγουδώντας, πίνοντας, αισχρολογώντας και πειράζοντας τον κόσμο. Αυτά τα θέματα κυκλοφορούν με διάφορες ονομασίες, όπως «μασκαράδες», «κουδουνάτοι», «καρναβάλια», «μουτσούνες», «καμουζέλες», «καμήλες», «μπούλες», «σκυλαραίοι» κ.τ.λ. Συνήθως υπάρχουν και ο γαμπρός και η «νύφη» (άντρας) και ένα πρωτόγονο δρώμενο αρπαγής της νύφης, ο θάνατος του γαμπρού σε συμπλοκή με τον αράπη και η ανάστασή του από τις περιποιήσεις της νύφης ή ενός γιατρού. Με αυτή την αρχετυπική σκηνή συνδέονται και πιο σύνθετα δρώμενα, όπως το δικαστήριο, η ψευδοκηδεία, το προικοσύμφωνο, διάφορες παρωδίες γάμου, ο γέρος και η γριά κ.τ.λ. Αυτοί οι μεταμφιεσμένοι πλαισιώνονται συχνά και από ζωομορφικές μεταμφιέσεις, όπως είναι η αρκούδα με τον αρκουδιάρη, η «καμήλα» («τσαμάλα») κ.τ.λ.».

Πήλινες αποκριάτικες μάσκες στο Λαογραφικό Μουσείο Φολεγάνδρου, του Πολιτιστικού Συλλόγου «Η Φολέγανδρος«.

Αποκριάτικα έθιμα Φολεγάνδρου

Οι Φολεγάνδριοι -ή Φολεγανδρίτες, όπως οι ίδιοι αυτοαποκαλούνται- ανέμεναν την Αποκριά με μεγάλη ανυπομονησία, θεωρώντας την ως μία σπάνια περίοδο γλεντιού, κεφιού, πειραγμάτων και γενικά μια παρένθεση ευωχίας στην απλή, αλλά και δύσκολη ζωή τους. Κύριο χαρακτηριστικό της κοινωνικής ζωής αυτών των ημερών, όπως και ολόκληρου του χειμώνα, με τα κρύα ατέλειωτα βράδια του, ήταν οι βεγγέρες. Μόλις ο ήλιος έγερνε προς τη δύση του και άρχιζε να σουρουπώνει, η κάθε οικογένεια κλεινόταν στο σπίτι με τη συντροφιά λίγων φίλων και συγγενών. Η πιο συνηθισμένη έκφραση κατά τα χειμωνιάτικα απογεύματα ήταν: «που θα βεγγερέψομε απόψε;», δεδομένου ότι η βεγγέρα ήταν μια κοινωνική υποχρέωση, που έπρεπε να την ανταποδώσεις, ακριβώς όπως και τις επισκέψεις κατά τις ονομαστικές εορτές. Περνούσαν ευχάριστα την ώρα τους διηγούμενοι διάφορες ιστορίες και σχολιάζοντας τα γεγονότα της τοπικής καθημερινότητας, κάνοντας συγχρόνως κάποια χειρωνακτική εργασία: πλέξιμο, κέντημα ή ράψιμο για τις γυναίκες, κατασκευή καλαθιών ή τυροβολιών και δέσιμο σκουπών για τους άνδρες. Κατά τη διάρκεια της Αποκριάς όμως, η κύρια απασχόληση όλων ήταν το να μετρήσουν πόσες ακριβώς καμήλες θα περάσουν κάθε βράδυ από το σπίτι και κυρίως το να ανακαλύψουν ποιοί ήταν οι καμηλωμένοι. Εύκολα γίνεται αντιληπτό, ότι οι καμήλες δεν είναι παρά οι μασκαράδες στη φολεγανδρίτικη διάλεκτο.

Ομοίωμα Καμήλας φυλάσσεται στο γραφείο του Μορφωτικού & Πολιτιστικού Συλλόγου Μοναστηρακίου Δράμας και χρησιμοποιείται στις εκδηλώσεις του χωριού.

Το έθιμο της καμήλας ανά την Ελλάδα

Καμήλα ονομάζεται και το λαϊκό καρναβαλικό δρώμενο, που συναντάται στη Ν.Α. Ευρώπη. Το έθιμο απαντάται ήδη στη Στυρία του 18ου αι. και έκτοτε είναι γνωστό σε διάφορες παραλλαγές, ιδιαίτερα στις περιοχές της Βουλγαρίας και της Θράκης (Λαογραφία ΛΒ ́, 1982). Στην περιοχή της Θράκης, και συγκεκριμένα στη Ροδόπη, την ημέρα της γιορτής του μπαϊραμιού, ομάδες μουσουλμάνων ανδρών αναβιώνουν το έθιμο της καμήλας (οι μουσουλμάνοι το αποκαλούν ντεβέ, που στα τουρκικά σημαίνει καμήλα, ενώ οι ρομά το αποκαλούν Ντεβάβα). Στο έθιμο αυτό, άνδρες μεταμφιέζονται σε νύφη και γαμπρό και μαζί με τους συνοδούς, νταούλια και ζουρνάδες γυρνούν τις μουσουλμανικές συνοικίες. Παλαιότερα, στο δρώμενο υπήρχε καμήλα ή κάποιο ομοίωμά της, τα τελευταία όμως χρόνια γίνεται χωρίς την καμήλα, με ένα ομοίωμα του ζώου ή χρησιμοποιώντας άλογα. Στον ιστότοπο http://www.feres.gr αναφέρονται τα εξής: «Ένας παλιός καμηλιέρης διηγείται: Την καμήλα έμαθα να την κατασκευάζω από τον πατέρα μου, που ήταν κι αυτός καμηλιέρης. Ετοιμάζαμε τον ξύλινο σκελετό -το κεφάλι το προσέχαμε ιδιαίτερα- και βάζαμε όλη την τέχνη μας, ώστε να μοιάζει με της καμήλας. Την Καθαρή Δευτέρα σκεπάζαμε τον ξύλινο σκελετό της καμήλας με πολύχρωμα κιλίμια, φούντες, χάντρες, έμπαιναν από κάτω δύο άντρες, βάζαμε πάνω τον καρνάβαλο, δύο καμηλιέρηδες -ο ένας με τη γυναίκα του-, ο γκαϊντατζής και ο οδηγός με το γαϊδουράκι και παίρναμε τους δρόμους». Παραμονές πρωτοχρονιάς, στη Μακεδονία, πραγματοποιείται ένα λαϊκό δρώμενο, κατά το οποίο άνθρωποι μεταμφιεσμένοι σε καμήλες τριγυρνούν στους δρόμους φωνάζοντας συνθήματα με σκοπό να «παραπλανηθούν» οι στρατιώτες του Ηρώδη, οι οποίοι αναζητούν το νεογέννητο Ιησού. Από την αρχαιότητα υπήρχε η συνήθεια στη Μακεδονία και τη Θράκη των μεταμφιεσμένων (τζαμαλάρηδων) σε ζώα, όπως η καμήλα, ο τράγος και το ελάφι. Οι τζαμαλάρηδες παρίσταναν πονηρά όντα, που διώχνουν τα κακά πνεύματα. Στη Γαλάτιστα της Χαλκιδικής, σύμφωνα με τον ιστότοπο http://www.galatista.gr, την ημέρα των Θεοφανίων, διοργανώνεται η γιορτή της Καμήλας, ένα έθιμο με ιστορικές αναφορές, που αφορά την απαγωγή μιας χριστιανής κοπέλας από Τούρκο επίτροπο και το τέχνασμα του αγαπητικού της. Η αναπαράσταση γίνεται με έξι άνδρες, οι οποίοι μπαίνουν κάτω από ένα ομοίωμα καμήλας και βαδίζουν ρυθμικά κουνώντας κουδούνια και τραγουδώντας. Ο αγαπητικός χρησιμοποιεί το τέχνασμα με την καμήλα, ώστε να μπει στο σπίτι του Τούρκου μαζί με τους φίλους του και να αρπάξουν την κοπέλα, κρύβοντάς την μέσα στο ομοίωμα της καμήλας. Στην Πετρούσα Δράμας, το έθιμο της καμήλας, ονομάζεται «Μπάμπιντεν» και πραγατοποιείται στις 8 Ιανουαρίου. Στον Ριζόμυλο Μαγνησίας, εμφανίζεται το εθιμικό στοιχείο της Τζαμάλας (καμήλας). Ο ρόλος της είναι υποτυπώδης και εξαντλείται στη ζωομορφική μεταμφίεση δύο νέων, προκειμένου να εντυπωσιάσουν τους θεατές με την εξωτική και θεαματική μορφή της καμήλας. Ανάλογες περιγραφές του εθίμου, στην απλουστευμένη του μορφή, σχετίζονταν πολύ παλαιότερα και με τα έθιμα των Μωμογέρων του Πόντου, στα οποία η καμήλα αποτελούσε ένα από τα συνοδευτικά, αλλά αδρανοποιημένα, μέλη του θιάσου με ζωομορφική μεταμφίεση, που είχαν καθαρά διακοσμητικό και ψυχαγωγικό ρόλο.

Ο Ζαχαρίας, η ιδιόκτητη βακτριανή καμήλα του Πολιτιστικού Συλλόγου Πετρούσας και πρωταγωνιστής στα δρώμενα του χωριού!

Σε ορισμένες περιοχές της Ανατολικής Ρωμυλίας (Καρυές), η Τζαμάλα μαρτυρείται ως έθιμο της Πρωτοχρονιάς, με δέρματα, κουδούνια, προσωπείο και σπαθί ή ρόπαλο. Στο Μεγάλο Μοναστήρι και στο Καβακλί (Αν. Ρωμυλία) απαντάται με το όνομα Ντιβετζήδες (καμηλιέρηδες) και Γκαμήλες, με ιστορικές προεκτάσεις και αναφορές στην αντίσταση εναντίον των Τούρκων κατακτητών. Κατά τον Βάλτερ Πούχνερ, η Τζαμάλα αποτελούσε ένα παραδοσιακό αποκριάτικο φόβητρο και ένα εξωτικό θέαμα με αόριστη γονιμική σημασία. Κατά μία άλλη άποψη μάλιστα, η παρουσία της καμήλας δικαιολογείται με την καταγωγή του εθίμου από την αραβική τοτεμική παράδοση -ο Βάλτερ Πούχνερ πιστεύει ότι η ονομασία προέρχεται από την αραβική λέξη για την καμήλα-, ενώ μια διαφορετική ερμηνεία αποδίδει την παρουσία της στο γεγονός ότι, στις μεταφορές εμπορευμάτων -κυρίως αλατιού από την Αγχίαλο-, οι καμήλες αντικαθιστούσαν τα άλογα στις ορεινές διαβάσεις. Το έθιμο της Τζαμάλας, πάντα κατά τον Πούχνερ, εντοπίζεται και στη Μικρά Ασία, αλλά και στον ευρύτερο βαλκανικό χώρο, στη Βουλγαρία, τη Σλοβενία, την Κροατία, τη Ρουμανία, καθώς και στην Αυστρία.

Τζαμάλα ονομάζεται και ο ιδιότυπος συνοικιακός εορτασμός της Αποκριάς, που αναβιώνει κάθε χρόνο στα Γιάννενα, με τον ερχομό της Άνοιξης, όπως διαβάζουμε στον ιστότοπο http://www.giannena-e.gr. Στις πλατείες, με τη δύση του ήλιου, ανάβονται θεόρατες φωτιές, οι τζαμάλες ή τζώρες. Γύρω τους στήνεται ένα τρικούβερτο γλέντι, με χορό, κρασί, ζεστή φασολάδα και πίτες. Τα έθιμα της καμήλας, της αρκούδας ή του αράπη, που επίσης πραγματοποιούνταν παλιότερα και στα Γιάννενα, χρησιμοποιούσαν προσωπεία, αλλά και ολόκληρες αμφίεσεις, με μορφή ζώου και κατασκευασμένα από δέρματα ζώων. Στον ιστότοπο http://aristerafthiotida.blogspot.gr/ αναγράφονται τα εξής: «Την Καθαρά Δευτέρα, μετά από ξεφρενο γλέντι, γίνεται το τελετουργικό του αποκεφαλισμού της ‘άτακτης’ γκαμήλας από τον καμηλιέρη. Πώς κατασκευάζεται: πρώτα γίνεται ένας ξύλινος σκελετός που σκεπάζεται με κιλίμια και πολύχρωμα κουρέλια. Για κεφάλι έχει ένα ψεύτικο ομοίωμα καμήλας. Ύστερα δύο παλικάρια μπαίνουν από κάτω και αποτελούν τα πόδια της καμήλας. Πάνω στην καμήλα τοποθετείται μια κούκλα, που αναπαριστά μια όμορφη κοπέλα (ίσως η ψεύτικη καμήλα να είχε σκοπό την αρπαγή της). Την καμήλα οδηγεί ο καμηλιέρης στους δρόμους της πόλης με συνοδεία φλογέρας και νταουλιού. Οι νοικοκυραίοι δίνουν στην καμήλα φιλέματα και χρήματα. Τότε η καμήλα γονατίζει και τους φιλάει το χέρι. Στη διάρκεια της περιφοράς έτρεχε η καμήλα και πολλές φορές ξέφευγε από τον καμηλιέρη και άρπαζε με το στόμα της ό,τι ήθελε. Τότε έτρεχαν όλοι για να την πιάσουν και τη χτυπούσαν». Φαίνεται ότι το έθιμο της καμήλας έφτασε -μέσω εσωτερικών ή εξωτερικών μεταναστών- έως και την Αττική, όπως άλλωστε μαρτυρείται και από τους στίχους του Γεωργίου Σουρή (1853-1919), σατυρικού ποιητή από τη Σύρο, ο οποίος λέει στην έμμετρη εφημερίδα του «ο Ρωμηός»:

Παίρνει δρόμο η καμήλα σε σοκάκια και πλατείες

κι έπειτα το γαϊτανάκι με αρσενικές κυρίες.

Δώδεκα Φεβρουαρίου το Τριώδιο ανοίγει

μασκαράδες εφ’ αμάξης ξεμυτίζουνε ολίγοι.

«Κάτι πρωτότυπο που είχαν στο καρναβάλι τους οι Μενιδιάτες, ήταν η καμήλα. Την καμήλα περίμεναν να περάσει από τη γειτονιά τους μικροί και μεγάλοι» διαβάζουμε στον ιστότοπο του Δήμου Αχαρνών www.acharnes.gr. Το έθιμο της καμήλας συναντάται ωστόσο και στη νησιωτική Ελλάδα, τόσο στη γειτονική τής Φολεγάνδρου νήσο, τη Σίφνο -όπου καμήλες ή καμηλωσιές ονομάζονται οι μεταμφιεσμένοι, όπως και στην Φολέγανδρο-, όσο και στην Κρήτη, αν και με τελείως διαφορετική μορφή, που θυμίζει περισσότερο τα ομώνυμα δρώμενα της ηπειρωτικής Ελλάδας. Παρ’ όλα αυτά δεν αποκλείεται να έφθασε μέχρι την Φολέγανδρο -έστω και ως ονομασία- μαζί με τους πολυπληθείς Κρητικούς, που διαχρονικά εποίκισαν το νησί. Ο Νίκος Ψιλάκης, δημοσιογράφος και συγγραφέας, γράφει: «Μία από τις πιο παλιές αποκριάτικες μεταμφιέσεις, διαδεδομένη μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα, είναι η καμήλα. Ένα κρανίο από γάιδαρο ή μουλάρι, που με μηχανικό τρόπο ανοιγοκλείνει το στόμα του και ένα παλιό ύφασμα (συνήθως σεντόνι) αρκούν για να δημιουργήσουν ένα τερατοειδές σχήμα. Συνήθως η καμήλα, όπως ονομαζόταν στις περισσότερες περιοχές, βγαίνει σε μια καθιερωμένη ετήσια παρέλαση όχι μόνο στον αγροτικό χώρο, αλλά και στις πόλεις. Με ειδικούς χειρισμούς το κρανίο στρέφεται εναντίον των θεατών, η κάτω σιαγόνα, που ανοιγοκλείνει, μπορεί να “δαγκώσει” κάποιο χέρι ή να “αρπάξει” κάποιο μαντήλι, δημιουργώντας πανδαιμόνιο».

Καμήλες Φολεγάνδρου -πλαισιωμένες από λαϊκούς οργανοπαίκτες της Σερίφου-, στο Καραναβάλι της Μήλου (2015).

Φολεγανδρίτικες καμήλες – Τύποι και χαρακτηριστικά αυτών

Στην Φολέγανδρο, τις καθημερινές το κάθε σπίτι έφτανε να μετρήσει έως και 80 καμήλες, ενώ το Σαββατοκύριακο μπορούσε να ξεπεράσει ακόμα και τις 100. Οι καμήλες ξεκινούσαν την περιοδεία τους με το σκοτείνιασμα, επειδή όμως επισκέπτονταν όλα τα σπίτια του χωριού ή τουλάχιστον τα φιλικά και συγγενικά τους -που σε τέτοιες μικρές κοινωνιές είναι πάρα πολλά-, έφταναν στα τελευταία γύρω στα μεσάνυχτα. Αν και δεν ήταν σπάνιο να κυκλοφορεί μία καμήλα μόνη της, το σύνηθες ήταν να κυκλοφορούν πολλές μαζί, όσο δε περισσότερες ήταν τόσο πιο εντυπωσιακό το αποτέλεσμα και μεγαλύτερη η ευχάριστη αναστάτωση, που προκαλούσαν στα σπίτια που επισκέπτονταν. Ανάλογα με τα κύρια χαρακτηριστικά της μεταμφίεσής τους μπορούμε να διακρίνουμε τις φολεγανδρίτικες καμήλες στους εξής τύπους.

1.Οι χραμάτοι, οι οποίοι ονομάστηκαν έτσι χάρη στο κύριο στοιχείο της μεταμφίεσής τους που ήταν το χράμι, σκέπασμα για το κρεββάτι, υφασμένο στον αργαλειό με ντόπια νήματα. Τύλιγαν το χράμι γύρω από το κορμί τους και το στερέωναν, δένοντάς το σφικτά με σχοινί, πάνω από το κεφάλι τους. Το χράμι έπεφτε ελεύθερο, καλύπτοντας εντελώς το σώμα της καμήλας, στερεωνόταν δε και στη μέση με μία ζώνη, δημιουργώντας μπόλικη σούρα -ανάλογα και με το ύψος αυτού που το φορούσε- έτσι ώστε να μην σέρνεται στο έδαφος. Άφηναν μόνο ένα μικρό άνοιγμα στο ύψος του προσώπου, για να μπορεί η καμήλα να βλέπει και να κινείται άνετα. Το να ντυθεί κάποιος χραμάτος ήταν απλούστατο, μιας και όλα τα σπίτια διέθεταν χράμια, γι’ αυτό και θεωρούνταν η ιδανική λύση της τελευταίας στιγμής, για όσους δεν είχαν οργανώσει κάτι πιο πολύπλοκο. Για παράδειγμα, αν κάποιος ήθελε να επισκεφθεί ένα άλλο σπίτι για να δει τι συνέβαινε εκεί ή απλά για να συναντήσει κάποιο πρόσωπο που τον ενδιέφερε, δεν είχε παρά να ντυθεί χραμάτος και να ξεκινήσει.

2.Οι κουρελιάρηδες ή μουτζωμένοι ήταν, κατά κάποιο τρόπο, οι παλιάτσοι της φολεγανδρίτικης Αποκριάς. Φορούσαν ότι πιο παλιό και περίεργο μπορεί να φανταστεί κανείς. Σκισμένα και χιλιομπαλωμένα παλιόρουχα, προβιές ζώων που τις έριχναν στους ώμους και την πλάτη και στη μέση ζώνες από σχοινί, από τις οποίες κρέμονταν κουδούνια, κέρατα ζώων και άλλα ετερόκλητα αντικείμενα. Το κουδούνι διαδραματίζει πρωτεύοντα ρόλο στα αποκριάτικα δρώμενα όλης της Ελλάδας και πολλών νησιών -όπως η Νάξος με τους περίφημους κουδουνάτους της- λόγω του αποτροπαϊκού χαρακτήρα του, όμως στην Φολέγανδρο φαίνεται ότι η χρήση του δεν ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη, ούτε καν ως αποκριάτικο εξάρτημα, ακριβώς λόγω του μη κτηνοτροφικού χαρακτήρα του νησιού και της έλλειψης μεγάλων κουδουνοφόρων κοπαδιών. Προκειμένου να επιτύχουν την μη αναγνωρισιμότητά τους στο μέγιστο δυνατό βαθμό, οι κουρελιάρηδες άλειφαν τα πρόσωπά τους με λαδόμουτζα, δηλαδή μούτζα από τηγάνι, η οποία τους έκανε μεν αγνώριστους, τους δυσκόλευε όμως πολύ κατά την αφαίρεσή της, καθώς εισχωρούσε στους πόρους του δέρματος και ουσιαστικά το έβαφε. Γι’ αυτό πολλές φορές επέλεγαν έναν άλλο τρόπο κάλυψης του προσώπου: το άλειφαν με μέλι και κολλούσαν επάνω του φτερά. Εύκολο μεν στο καθάρισμα, αλλά καθόλου πρακτικό ως αποτέλεσμα, καθώς το μέλι κυλούσε προς τα κάτω και έφτανε στα μάτια κάνοντάς τα να τσούζουν. Οι μουτζωμένοι φορούσαν παπούτσια, τα οποία τύλιγαν με κουρέλια, έτσι ώστε να μην προδοθούν απ’ αυτά, ενώ το τριχωτό μέρος του κεφαλιού το κάλυπταν με ένα μαντήλι. Πολλές φορές μάλιστα, κάλυπταν ολόκληρο το πρόσωπό τους με χάρτινη κουκούλα ή και με ελαστική γυναικεία κάλτσα. Οι κάλτσες αυτές -είδος που εμφανίστηκε μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο- δένονται σφιχτά στο πρόσωπο και το παραμορφώνουν αποδεικνύοντας για μία ακόμη φορά την προσαρμογή της παράδοσης στις τεχνολογικές εξελίξεις. Συνηθισμένη ήταν και η χρήση της κρομμυδιάς, δηλαδή της μαδημένης πλεξάδας των κρεμμυδιών, η οποία χρησιμοποιούνταν ως ουρά ή βοηθούσε στην αναπαράσταση των ανδρικών γεννητικών οργάνων, σε συνδυασμό με κρεμμύδια, φλασκιά (είδος κολοκύθας) και διάφορα κουρέλια. Εισερχόμενοι στα σπίτια που επισκέπτονταν, οι κουρελιάρηδες έφερναν πραγματικά τα πάνω-κάτω: έκαναν τούμπες, χοροπηδούσαν, τρύπωναν κάτω από τραπέζια και καναπέδες, δεν ήταν δε λίγες οι φορές που έκαναν και ζημιές, προσέχοντας όμως πάντα να μην αποκαλυφθεί η ταυτότητά τους. Αυτός ο τύπος φολεγανδρίτικης καμήλας ταυτίζεται με τις μεταμφιέσεις του αγροτοκτηνοτροφικού χώρου, που είναι κατά κανόνα αυτοσχέδιες και δημιουργούνται με βάση πρόχειρα ή ευτελή υλικά, όπως παλιά ρούχα, κάλτσες, χαρτιά, δέρματα ζώων και υφάσματα αραιής ύφανσης, που χρησιμοποιούνται κυρίως για να καταστήσουν μη αναγνωρίσιμο το πρόσωπο του μεταμφιεσμένου.

Χραμάτος Φολεγάνδρου.

3.Πολύ συνηθισμένες ήταν και οι καμήλες που κυκλοφορούσαν κατά ομάδες, όπου ο κάθε μεταμφιεσμένος έπαιζε ένα συγκεκριμένο ρόλο, στο πλαίσιο μιας αυτοσχέδιας, επαναλαμβανόμενης παράστασης. Για παράδειγμα, ο σύζυγος και η έγκυος γυναίκα του, που συνοδεύονται από το γιατρό. Μπαίνοντας σε κάθε σπίτι, πιάνουν οι πόνοι την εγκυμονούσα, ακολουθεί ο τοκετός με τη βοήθεια ψαλιδιών, μαχαιριών, βελονών και κλωστών και τέλος παρουσιάζεται στους παριστάμενους το νεογέννητο, συνήθως μια κούκλα. Μπορούσες να συναντήσεις ακόμα παπάδες, που σε κάθε σπίτι τελούσαν τα ιερατικά καθήκοντά τους, ζευγάρια γερόντων με τις βράκες και τα μπαστουνάκια τους, αρκουδιάρηδες με τα τούμπανα και τις αρκούδες τους, που εκτελούσαν το νούμερό τους προς τέρψιν των παρευρισκομένων στα σπίτια που επισκέπτονταν, ακόμα και νυφόγαμπρα με τους κουμπάρους τους και τα όργανα για συνοδεία. Για την μεταμφίεσή τους οι ομαδικές αυτές καμήλες χρησιμοποιούσαν ό,τι ρούχα είχαν -κυρίως παλιά για να μην προδοθούν απ’ αυτά- με μοναδικό κριτήριο το να ταιριάζουν στο ρόλο που ήθελαν να ενσαρκώσουν. Κάλυπταν το κεφάλι τους με καπέλο και μαντήλι, αν αυτό ήταν απαραίτητο, για να καλυφθούν τελείως τα μαλλιά. Στο πρόσωπό τους έδεναν ένα κεφαλομάντηλο από λεπτό ύφασμα, συνήθως τουλουπάνι, το οποίο τους επέτρεπε να βλέπουν κρύβοντας συγχρόνως την ταυτότητά τους.

4.Τέλος, οι στολιστικές καμήλες ήταν οι πιο όμορφες και εντυπωσιακές. Οι γυναίκες -που συνήθως αρέσκονταν σ’ αυτόν τον τύπο μεταμφίεσης- φορούσαν ρούχα φτιαγμένα από τραπεζομάντηλα, γύρους και πάντες (διακοσμητικά υφάσματα για την κρεββατοκάμαρα), με έντονα χρώματα και σχέδια. Για να δημιουργήσουν τη φούστα, τύλιγαν γύρω από το κορμί τους το ύφασμα, που είχαν επιλέξει, δημιουργώντας μπόλικες σούρες στη μέση με τη βοήθεια ενός λάστιχου ή σχοινιού, που προσάρμοζαν στο σημείο αυτό, ενώ για μποξά (σάλι) χρησιμοποιούσαν ένα τετράγωνο τραπεζομάντηλο, διπλωμένο τριγωνικά και ριγμένο στους ώμους, πάνω από ένα λευκό πουκάμισο. Η καλύτερη βέβαια περίπτωση ήταν η ανακάλυψη στο μπαούλο της γιαγιάς, κάποιας παλιάς και ξεχασμένης απ’ όλους τουαλέτας, που θα έδινε ακόμα μεγαλύτερη αίγλη και γοητεία σ’ αυτήν που θα τη φορούσε, έναντι των μεταμφιεσμένων με αυτοσχέδια κοστούμια. Όποιας προέλευσης κι αν ήταν τα ρούχα, για ένα εντυπωσιακό αποτέλεσμα έπρεπε να συνδυαστούν με ψηλοτάκουνα παπούτσια, κολιέ και άλλα κοσμήματα, καθώς και με μικρά τσαντάκια, γεμάτα με χαρτοπόλεμο, τον οποίο σκορπούσαν στα σπίτια που επισκέπτονταν. Οι στολιστικές καμήλες κάλυπταν το κεφάλι τους με τους ίδιους τρόπους, που ήδη περιγράψαμε για τις καμήλες κατά ομάδες. Έμπαιναν στα σπίτια σουλατσάροντας πάνω-κάτω στητές και καμαρωτές, ενώ αν ήθελαν να φανερώσουν σε κάποιον το ιδιαίτερο ενδιαφέρον τους, στέκονταν μπροστά του κάνοντας αστείες γκριμάτσες, χωρίς εκείνος να μπορεί να τις αναγνωρίσει. Ένα στοιχείο που προσέθετε πόντους στην επιτυχή μεταμφίεση της καμήλας και στην κλίμακα μη αναγνωρισιμότητάς της, ήταν η ικανότητά της να μιλά με αλλοιωμένη φωνή, έτσι ώστε να μπερδεύει όσους προσπαθούσαν να μαντέψουν την ταυτότητά της. Τον ίδιο σκοπό εξυπηρετούσαν και διάφορα άλλα τεχνάσματα, όπως τα μαξιλάρια, που χρησιμοποιούσαν για να κάνουν το σώμα τους πιο ογκώδες ή τα σκαμνάκια, που στερέωναν στα πόδια τους με σκοπό να φαίνονται ψηλότεροι. Αυτό, βέβαια, το τελευταίο τέχνασμα είχε τις δυσκολίες του, μιας και απαιτούσε αφενός μεν εξάσκηση στο περπάτημα, αφετέρου δε προσπάθεια για να παραμείνουν τα σκαμνάκια καλά κρυμμένα, τόσο οπτικά όσο και ηχητικά.

Γλέντι στην Φολέγανδρο αλλοτινών χρόνων.

Αποκριάτικα γλέντια στην Φολέγανδρο

Σημαντικό στοιχείο της κοινωνικής ζωής των Φολεγανδρίων, κατά τη διάρκεια της Αποκριάς, ήταν και τα τρικούβερτα γλέντια, που πραγματοποιούνταν στα λιγοστά καφενεία του νησιού -ή ακόμα και σε σπίτια- κυρίως κατά τα Σαββατοκύριακα, με αποκορύφωμα το τελευταίο αποκριάτικο τριήμερο, της Καθαράς Δευτέρας συμπεριλαμβανομένης. Το βιολί και το λαούτο είχαν την τιμητική τους, τα πόδια των χορευτών έβγαζαν φωτιές και οι καμήλες ήταν «στα μέσα και στα έξω». Στο ένα από τα δύο χωριά του νησιού, την Άνω Μεριά, πρωταγωνιστικό ρόλο στα γλέντια έπαιζε και η τσαμπούνα, πνευστό και χειροποίητο μουσικό όργανο, κατασκευασμένο από ειδικά επεξεργασμένο δέρμα κατσικιού. Ο γρήγορος ρυθμός της τσαμπούνας, σε συνδυασμό με το τουμπί που την συνόδευε, ξεσήκωνε τους πάντες στο χορό, πολλές φορές αδιάκοπα για ολόκληρα μερόνυχτα. Διηγήσεις Ανωμεριτών, που σήμερα διανύουν την όγδοη ή ένατη δεκαετία της ζωής τους, κάνουν λόγο για γλέντια που διήρκεσαν από το απόγευμα της τελευταίας Παρασκευής της Αποκριάς, ως το βράδυ της Καθαρής Δευτέρας. Πρωταγωνιστής τους πάντα ο αείμνηστος Αθανάσιος Άγας με την τσαμπούνα του, ο οποίος δεν διέκοπτε το παίξιμό του παρά για λίγες μόνον ώρες, το απόγευμα του Σαββάτου, προκειμένου να αρμέξει τα κατσίκια του. Αξέχαστα χρόνια και αλησμόνητες εμπειρίες -όπως ομολογούν όλοι όσοι τα βίωσαν-, που μαρτυρούν αδιάψευστα την αγάπη για τη ζωή ενός κόσμου απλού κι ανόθευτου, ενός κόσμου που, αν και του έλειπαν οι ευκαιρίες για διασκέδαση, φρόντιζε να τις δημιουργεί μόνος του με αφορμή διάφορα κοινωνικά γεγονότα ή θρησκευτικές γιορτές.

Ο Αθανάσιος Ν. Άγας (1914-1994), γνωστός στην τοπική κοινωνία και ως Αθανασάκης. Διδάχθηκε την τέχνη της τσαμπούνας από τον θείο του Αντώνη Αθ. Άγα και την εξάσκησε σε όλη του τη ζωή, παράλληλα με τις γεωργοκτηνοτροφικές δραστηριότητές του. Παντρεύτηκε την Κατερίνα (Κατέ) Κων. Βενιού και απέκτησε μαζί της έναν γυιό, τον Νικόλα -επίσης καταξιωμένο οργανοπαίκτη και ριμαδόρο- και δύο κόρες: την Μαρία και την Μαργαρίτα. Στο τουμπί τον συνοδεύει ο Γεώργιος Βίκ. Καρυστιναίος.

Ο Νίκος Ψιλάκης γράφει: «Στα χωριά της Κρήτης, μέχρι και πριν από μερικές δεκαετίες, ο εορτασμός της Αποκριάς γινόταν σε τρία διαφορετικά επίπεδα, στις τρεις κυρίαρχες μορφές κοινωνικής οργάνωσης: στην οικογένεια, στο ευρύτερο συγγενικό και φιλικό περιβάλλον (που σε πολλές περιπτώσεις αντιστοιχούσε στη γειτονιά) και στην ευρύτερη κοινωνική ομάδα, δηλαδή σε όλο το χωριό». Μπορούμε και στη φολεγανδρίτικη Αποκριά να εντοπίσουμε τα τρία αυτά επίπεδα, καθώς οι καθημερινές οικογενειακές συγκεντρώσεις (οι βεγγέρες) αποτελούν το πρώτο εξ αυτών, τα κυριακάτικα “τραπέζια” -και κυρίως της τελευταίας Κυριακής- αποτελούν το δεύτερο επίπεδο, αφού συγκεντρώνουν γύρω τους την ευρύτερη οικογένεια, ενώ η συγκέντρωση ολόκληρου σχεδόν του χωριού, στα γλέντια του τελευταίου τριημέρου, αντιπροσωπεύει το τρίτο επίπεδο.

Αποκριάτικα τοπικά εδέσματα

Επειδή, όμως, κάθε ελληνική γιορτή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με κάποια τοπικά εδέσματα, δεν μπορούμε να κλείσουμε την αναφορά μας στα αποκριάτικα έθιμα της Φολεγάνδρου χωρίς να μιλήσουμε για τα φαγητά, που χαρακτηρίζουν την περίοδο αυτή. Την Τσικνοπέμπτη, λοιπόν, όλες ανεξαιρέτως οι νοικοκυρές του νησιού μαγείρευαν τις ματιές, που μας παραπέμπουν και πάλι στην Κρήτη και τις ομαθιές της. Πρόκειται για χοιρινά έντερα -που έχουν διατηρηθεί παστωμένα γι’ αυτό το σκοπό από τα χριστουγεννιάτικα χοιροσφάγια-, τα οποία γεμίζονται με ρύζι και σταφίδες, βράζονται και στη συνέχεια τηγανίζονται σε χοιρινό λίπος. Σερβίρονται με χοντρές φέτες ψωμιού, βουτηγμένες στο ζωμό, όπου έβρασαν οι ματιές. Την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς από κανένα φολεγανδρίτικο σπίτι δεν έλειπαν τα ντόπια μακαρόνια, τα ματσάτα, τα οποία ονοματοδοτούνται από τη μάτσα, το ξύλο με το οποίο οι νοικοκυρές ανοίγουν φύλλα ζύμης, προκειμένου να παρασκευάσουν τα χειροποίητα αυτά ζυμαρικά. Σερβίρονται με χοιρινό κοκκινιστό και μάλιστα με την ουρά του ζώου, την οποία οι νοικοκυρές είχαν φροντίσει να τοποθετήσουν κάτω-κάτω στο πήλινο κιούπι, όπου φύλαγαν τα παστά κομμάτια του χοιρινού, έτσι ώστε να είναι το τελευταίο που θα φαγωθεί, ακριβώς την τελευταία ημέρα της κρεοφαγίας. Η κατανάλωση χειροποίητων ζυμαρικών αποτελεί χαρακτηριστικό γαστρονομικό γνώρισμα της Αποκριάς, γι’ αυτό άλλωστε η τρίτη εβδομάδα της ονομάζεται και Μακαρονού, όπως ήδη επισημάναμε. Ενδεικτικά αναφέρουμε την Κρήτη με τα σκιουφιχτά μακαρόνια της, τη μακαρονάδα της Ίου που -παρά την ονομασία της- θυμίζει περισσότερο παστίτσιο, τα μακαρόνια του πλαστηριού από την Κίμωλο, τα στριφτά μακαρόνια του Κουφονησιού, τα πιταρίδια με τυρί της Σχοινούσας, τα χοντρά μακαρόνια με τρύπα της Πάρου, τα λατζάνια και τις χυλοπίτες της Σαντορίνης. Η εξήγηση του φαινομένου βρίσκεται πιθανότατα στην παρατήρηση του Φαίδωνα Κουκουλέ, που συνδέει τα μακαρόνια με τους μάκαρες, παραπέμποντας στο βυζαντινό λεξικογράφο Ησύχιο: «μακαρία: βρώμα εκ ζωμού και αλφίτων (= κριθαρένιων ψωμιών)». Όσον αφορά, τέλος, τα γλυκά πρωταγωνιστικό ρόλο έπαιζε το ρυζόγαλο, λόγω της εποχιακής αφθονίας γάλακτος.

Ματιές Φολεγάνδρου

Επίλογος

Ο έντονος αυτός εορτασμός της φολεγανδρίτικης Αποκριάς άρχισε να ξεθωριάζει από τις αρχές -περίπου- της δεκαετίας του 1970. Ίσως να ευθύνεται γι’ αυτό το κύμα της εσωτερικής μετανάστευσης, που πήρε πολλούς νέους -και γεμάτους κέφι για ζωή- ανθρώπους μακριά από το νησί τους ή η αρχή της τουριστικοποίησης του νησιού, που έστρεψε το ενδιαφέρον και τη δημιουργικότητα των νησιωτών σε άλλες κατευθύνσεις. Το πιθανότερο όμως είναι ότι, το αποτέλεσμα αυτό προκύπτει από τη συνδυασμένη επίδραση των παραγόντων αυτών στην κοινωνία της Φολεγάνδρου. Βέβαια, κάθε χρόνο τις Αποκριές εξακολουθούν να εμφανίζονται λιγοστές καμήλες, όμως το ποτάμι της ζωής δεν γυρίζει πίσω και η ατμόσφαιρα που επικρατούσε παλιότερα δεν πρόκειται να αναβιώσει. Μια ατμόσφαιρα πυρετώδους προετοιμασίας και αναμονής, από μικρούς και μεγάλους, στο διάστημα πριν τις Αποκριές, που εξελισσόταν σε πραγματικό πάθος κατά τη διάρκειά τους, καθώς όλοι προσπαθούσαν να ρουφήξουν και την τελευταία σταγόνα των ξένοιαστων αυτών ημερών, μη ξέροντας πότε θα τους ξαναδοθεί η ευκαιρία να γλεντήσουν και να ξεδώσουν.

Βιβλιογραφία

Κουκουλές, Φ. 1952. Βυζαντινών βίος και πολιτισμός. Αθήνα: Παπαζήσης.

Λουκάτος, Δ. 1985. Συμπληρωματικά του χειμώνα και της Άνοιξης. Αθήνα: Φιλιππότης.

Λουκάτος, Δ. 1992. Εισαγωγή στην Ελληνική Λαογραφία. Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας.

Μαρινάκη, Αικ. 1992. Απάνω Μεριά Φολεγάνδρου-Οικιστική και Βιοτική Οργάνωση. Αθήνα: Αυτοέκδοση.

Μαρινάκη, Αικ. 1996. Η λαογραφία της Φολεγάνδρου-Ο τριήμερος εορτασμός του Πάσχα, τα κάλαντα, οι καμήλες της Αποκριάς και τα έθιμα του γάμου. Η Καθημερινή-Ένθετο Επτά Ημέρες: Φολέγανδρος-Η γοητεία της πέτρας, 28 Ιουλίου, 23-25.

Μαρινάκη, Αικ. 2000. Αποκριάτικο ξεφάντωμα στις Κυκλάδες, Μικρές Κυκλάδες Ιανουάριος-Μάρτιος, 5-17. Αθήνα: Μικρές Κυκλάδες.

Μαχαιροπούλου, Μ. 2006. Ήθη και έθιμα της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης. Από τον Οδηγό της Περιφέρειας Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης.

Πούχνερ, Β. 2011. Η λαογραφία της Αποκριάς. Ελευθεροτυπία, 5 Μαρτίου.

Τερζοπούλου, Μ. 1998. Αγροτική Αποκριά-Γιορτή της Φύσης με λατρευτικό και ανατρεπτικό χαρακτήρα. Η Καθημερινή-Ένθετο Επτά Ημέρες: Αποκριά-Αγροτικά δρώμενα, 1 Μαρτίου, 2-4.

Τρούλλος, Αν. 1982. Τα Τραγούδια της Αποκριάς και της Κούνιας (Σιφναϊκή Λαογραφία). Σίφνος: Αυτοέκδοση.

Τσοτάκου-Καρβέλη, Αικ. 1985. Λαογραφικό Ημερολόγιο-Οι Δώδεκα Μήνες και τα Έθιμά τους. Αθήνα: Πατάκης.

Ψιλάκης, Ν. 2006. Αποκριές στην Κρήτη. Από τον Κατάλογο της έκθεσης Αλλάζοντας Πρόσωπα, του Ιστορικού Μουσείου Κρήτης.

Copyright ©Katerina Marinaki. All Rights Reserverd.
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ η αναδημοσίευση, η αναπαραγωγή, ολική, μερική ή περιληπτική του περιεχομένου του παρόντος web site με οποιονδήποτε τρόπο, χωρίς προηγούμενη γραπτή άδεια της κατόχου του Κατερίνας Μαρινάκη. Νόμος 2121/1993 και κανόνες Διεθνούς Δικαίου που ισχύουν στην Ελλάδα.

Κατηγορίες:Culture / Events, Greek IslandsΕτικέτες: , , , , , , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για την εξάλειψη των ανεπιθύμητων σχολίων. Μάθετε πως επεξεργάζονται τα δεδομένα των σχολίων σας.

Αρέσει σε %d bloggers: